Τρίτη, 01 Δεκεμβρίου 2009

Ο Γκότφριντ Μπένν σε Χειμερινή Λουτρόπολη


Πώς είναι ο Θρίαμβος από σαπισμένες γλαδιόλες
και με πόση επιείκια Θανάτου πέρασε η Ιστορία
μέσα από τα χέρια μου. Κρύβουν τους ανθρώπους
να μην τους αγαπάμε πια μέσα στην Ανημπόρια τους,
είναι μια Εξειδίκευση ας πούμε μετά Ψυχολογικής στηρίξεως
σωπάστε επιτέλους αυτή τη γυναίκα που ξεγεννάει
με ουρλιαχτά τον Πόνο της, να εφευρεθεί πάλι ο Θεός
για να την αναπαύσει πια να μην πονάει... ή μορφίνη.
Ποιήση είναι ακόμα αυτό: να απαλλαγείς απ' το Συναίσθημα
που σου αφήνει ένα σώμα που Υποφέρει.
Κι ο Λυρισμός ένα νυστέρι τεμαχίζοντας εικόνες
από παλιούς άτλαντες ανατομίας της ιατρικής Βιβλιοθήκης.
Είναι Αγρίμια τα μέλη των ανθρώπων κι εμφανίζονται
με συμπεριφορές απρόβλεπτες σε μυστικά Ανατομεία.
Μηχανές σάρκας περιμένοντας τον άνθρωπο
να λυθεί επιτέλους στην άγρια μερικότητά τους.
Τέτοιος ήταν ο κόσμος μου όσο τον άντεξα κι έγραφα
ν' αδειάσω πάλι για τ΄ασθενοφόρα του αιώνα των νεκρών.
Με κατηγόρησαν κι από τις δυό μεριές οι αθάνατοι
μα είχα τόση σάρκα να μεταποιήσω σ' έναν ανύπαρκτο Θεό
ώστε στο τέλος να μου μείνει η λάμψη του ήλιου
να με τυφλώνει γέρο στη χειμερινή λουτρόπολη
μες στη θριαμβική απουσία των σωμάτων.

Μηχανές Σάρκας του Τέρρυ Ρότζερς




Στην Πτέρυγα των Καρκινοπαθών


Μαλάκα, φωνάζει στο διάδρομο, και χρωστώντας
δάκρυα από γεννησιμιού της, εσύ ζεις κι εγώ, εγώ
πεθαίνω... γεμίζει ο τόπος οργή προς μετάφρασιν
και δόντια μητέρας σε παιδικά σπλάχνα τόσο
που να πετάς το ποίημα ανάμεσα σε σένα και ότι
θα μπορούσε να μιλήσει άνθρωπος σε άνθρωπο.
Όσοι αρχίζουνε τη μέρα τακτοποιώντας θάνατο
γαμιούνται σαν σκυλιά μετά στα κοντινά ξενοδοχεία
νοσοκόμες χειρουργείων με χωρίς εσώρουχα
και γιατροί με χρέη από νεότητος άπαιχτα
να τους καλπάζει ο αφανισμός σε λευκά σεντόνια.
Η σταγόνα του μαύρου που τα κάνει όλα γιορτή
γίνεται εμμονή σε κείνον που εικάζει την ελπίδα
σαν μια μορφή αθανασίας που δεν αξιώθηκε.
Τον σβήνεις άλλη μια φορά με τη γραφή
όπως σβήνεις ένα μουνί εξωθημένο από τον πόθο
που θα έκανε κατάχρηση της οικειότητας.
Ο θάνατος είναι κοινός και διαχωριστής απόλυτος
και η επομένη ενός έρωτα σου έχει κάπως δείξει
τον κόσμο συνεχίζοντας τη φαντασμαγορία του
αδιάφορος. Η επομένη του κορμιού σου θα είναι
πάντοτε μια εκδοχή τυφλη εκεί όπου κάποτε
θα βρεις κι εκείνον που η απελπισία του τον κάνει
να λησμονάει την κοινή μοίρα σαν μιας μάνας
παιδί οργής του εσύ να ζεις κι εκείνος να πεθαίνει.
Ένα αποποιηματάκι πάλι και καθάρισες...

Δευτέρα, 30 Νοεμβρίου 2009

Οι Δηλωσίες της Ημέρας

Όσοι είχαν υπογράψει δήλωση στη Μακρόνησο, με την ενοχή της θραύσης τους, απέφευγαν για καιρό να μιλήσουν ο ένας στον άλλον... τους διαχώριζε η ντροπή και κρύβονταν... αυτό είναι νομίζω το αμεταποίητο που φέρνει ακόμα γέροντες στο νησί στις επετείους... Παρόμοια συναισθήματα έχουν εσχάτως και η αριστερής καταγωγής που βρέθηκαν δηλωσίες του χρήματος... Αποφεύγουν να δουν ο ένας τον άλλον και να μιλήσουν... γιατί όσο κι αν παριστάνουν τους απρόσβλητους, μέσα τους έχει μείνει η ντροπή εκείνου που ξεπούλησε τα όνειρά του... Όταν τους συναντάς εκπέμπουν ένα είδος μυρουδιάς από ψυγείο κρεάτων... εκπέμπουν δυσφορία που οι εφυέστεροι από αυτούς τη μετρατέπουν σε έναν κυνισμό λόγων, όταν δεν αυτοαθωώνονται στην αναφορά κάποιου χειρότερού τους... Μια θλίψη.

Υ.Γ. Πριν από καιρό, ένα αστέρι στην πολιτική ανάλυση, πιτσιρικάς, μου είπε ότι συνήθως όταν το ένα κόμμα από τα μεγάλα έχει φιλοαμερικάνο αρχηγό, το άλλο έχει φιλοευρωπαϊστή. Δεν γίνεται να είναι και οι δύο στη μία πλευρά. Δεν βλέπω να διαψεύστηκε...

Εξ άλλου ο Μπουκόβσκι άκουγε κλασικά

Σε μια ταινία αμερικάνικη σκοτώνεται ένας μεθυσμένος νέγρος στρατιώτης, όπου ανακαλύπτεται μετά ότι τον σκότωσε νέγρος λοχίας τυπολάτρης του στρατεύματος, γιατί του χάλαγε την εικόνα του καλού νέγρου που είχε επιλέξει για τη ζωή του... Να γίνει δηλαδή αυτό που πίστευε ότι πίστευαν οι λευκοί ότι είναι ο καλός νέγρος.
Αυτό το φαινόμενο το συναντάς σε πολλούς από τους καταναλωτάς της κλασικής εν Ελλάδι. Δν ακούνε μουσική γιατί τους αρέσει, ακούνε μουσική γιατί πιστεύουν ότι τους ανεβάζει κοινωνικά. Καταναλωτές ενός ιδεολογήματος για το τι είναι ο Ευρωπαίος μαζί με τη μουσική τους θρέφουν και το μίσος για όσους δεν ακολουθούν τον ψυχαναγκασμό του βίου τους. Μαζί με τη μουσική τους εγείρεται και η μορφή του δικαιώματος του πιο χυδαίου ευρωπαϊσμού. Εκείνου που ξεκινάει από τη φροντίδα της ατομικής καθαριότητας και καταλήγει στο Άουσβιτς.
Σε μιαν εποχή που η ανοχή και η αληλεγγύη είναι αναγκαία για να ακούσεις ακόμα και κλασική μουσική και να παραμείνεις τελος πάντων άνθρωπος κι όχι υστερικά κατευθυνόμενο νευρόσπαστο, αυτοί οι γραφικοί τύποι, με ύφος μιμόζας αισχυντηλής, μας φιλοδωρούν με τον υψηλό ρατσισμό τους, ο οποίος μας εξηγεί επιτέλους γιατί τα κουαρτέτα του Σούμπερτ πάνε μαζί με τις πρωϊνές εκτελέσεις.
Θυμάμαι πόσο λυτρωτικό και απελευθερωτικό ήταν το γεγονός όταν διαβάζαμε την εμμονή του Μπουκόβσκι να κάνει μια ζωή εντελώς έξω από το σφιγμένο μπάτλερ που είναι το υπηρετικό προσωπικό μιας τέχνης που δεν βρίσκεται στα σπλάχνα του, και να ψάχνει κάθε ευκαιρία να ακούσει κλασική μουσική... γιατί αυτό ήταν η τάξη της άτακτης ζωής του.
Κάποτε θα πρέπει να οργανώνουμε εκδρομές εδώ δίπλα στην Ιταλία σε καμιά παράσταση Όπερας για να δουν τι ωραία ριζότο προσφέρονται στα ιερά φουαγιέ των μεγάρων, και πως κατόπιν όταν η παράσταση είναι κακή, εκσφενδονίζονται στη σκηνή. Γεγονός του οποίου τη χαρά ουδέποτε θα μας προσφέρουν οι αποκοιμισμένοι κλασικόβιοι του ενθάδε μεγάρου...

Υ.Γ. Πιθανό κεφάλαιο βιβλίου με τίτλο:
Ο Εξευρωπαϊσμός ως Ασθένεια.
Υ.Γ2 Με τον συμμετρικό του σοσιαλαγροίκο
θα ασχοληθούμε σε άλλη ευκαιρία...:)
Υ.Γ.3 Δεν φταίει η κλασική μουσική,
απλώς προσφέρεται για κατάχρηση από ανθρώπους
των οποίων η πάθησις συνίσταται
στην ενασχόληση με τα σωματικά απόβλητα...
και συνήθως υποκρύπτει απωθημένη ομοφυλοφιλία.

Αφιερωμένο στους ψαγμένους αναγνώστες....:)

Φύσημα

Εδώ σε έχω...

Υ.Γ. Οπότε μένει να εξηγηθεί πως στέκεται το άσμα, όταν μας συνοδεύουν κυρίες...

Υ.Γ.2 Εμείς μπορούμε να συνοδεύσουμε ένα φίλο, που πλαστογραφεί την ομοφυλόφιλη έλξη του σε μια συναυλία του Μάλερ... Κι εχουμε προσφέρει αποδοχή και αγάπη σε φίλους μας ομοφυλόφιλους χωρίς κουλτουριάρικα παρελκόμενα... Δεν υπάρχει πόθος της κλασικής και πόθος της λαϊκής... άνθρωποι που ποθούν υπάρχουν μόνο.
Δεν απαγορεύεται να είσαι ντροπαλός ομοφυλόφιλος. να μη μας ζαλίζεις με την κουλτούρα των προφάσεών σου να το αποδεχτείς μας ενοχλεί... κι ας μην έρθεις στα μπουζούκια αφού δεν το θέλεις. Πάμε Μέγαρο για το ξεκάρφωμα μπας και σου κάτσει και κανένα λατσό... Εσύ να είσαι καλά και να σε αγαπάμε.
..:)

Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2009

Πέταμένα Λεφτά, τα "Λογοτεχνικά" περιοδικά

Κάθε χόμπυ έχει τα πεταμένα λεφτά του και η λογοτεχνία επίσης. Και φτάνει κάποτε μια μετακόμιση για να αξιολογήσεις, αυτή την εντροπία από σκουπιδόχαρτα που παρέλκει το χόμπυ σου. Ένας τελευταίος κόπος να τα μεταφέρεις σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο και να τα ανταλλάξεις με κανένα λεξικό. Δύσχρηστα, ποτέ δεν βρήκες μια πληροφορία που χρειάστηκες, συνέφερε πάντα να ξαναγοράσεις το τεύχος που σε ενδιέφερε.

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά για δύο λόγους.
Ο ένας είναι ότι όλα έχουν επιφαινόμενη δημοκρατία. Μάλλον υποκρύποτουν οικογενειακές η και αυθαίρετες απόψεις γούστου και κυρίως την υποδόρροια παραδοχή ότι αυτοί που τα εκδίδουν έχουν αποδεχτεί τη μετριότητά τους, και προσπαθούν να εκθλίψουν από την έξουσία του περιοδικού όση αξία λείπει από τη γραφή τους, με όλες τις συνέπειες μιας κρυφής παραδοχής. Τα τελευταία χρόνια δε, ή θα έχουμε εμφανώς γκρίζα διαφήμιση στο περιεχόμενό τους, ή πληκτικά αφιερώματα σε συγγραφείς για κατανάλωση από εκπαιδευτικούς που γυρεύουν εναλλακτικό τυφλοσούρτη. Τα τελευταία τους θύματα.
Ο δεύτερος είναι ότι με το να έχουν συνεργάτες που δεν πληρώνονται για όσα γράφουν τα κάνει μικρές μηχανές όπου η απλήρωτη εργασία μετατρέπεται σε χρήμα από τους κατόχους των περιοδικών. Απο εκεί αρχίζει ένας ολόκληρος μηχανισμός διαφθοράς, που κινείται μεταξύ διαδρόμων εκδοτικών οίκων και διαδρόμων διαφόρων γραφείων υπουργείων για χρηματοδοτήσεις. Το γεγονός ότι καθαρά οικονομικά δεν μπορεί να σταθεί κανένα περιοδικό, μετατρέπει τους ιδιοκτήτες σε περιφερόμενους ζήτουλες, με όσα αυτό συνεπάγεται στο επίπεδο της διαπλοκής και της συναλλαγής με την πενιχρή διαφήμιση των εκδοτών και των πολιτικών που έχουν λογοτεχνική παρουσία.
Και το χειρότερο είναι πως διαχέουν αυτή την παθολογία στα πολιτιστικά των εφημερίδων με τέτοιο τρόπο που να μην ξέρεις ποιος διαφθείρει ποιόν και ποιός μαθαίνει ποιον τα καθημερινά κολπάκια μιας βρώμικης επιβίωσης.
Είναι πολλή η βρωμιά, αν και σε μικροκλίμακα σε σχέση με την άλλη της πολιτικής, που πρέπει να ανεχτεί κάποιος για να διαβάσει ένα ποίημα που έτσι κι αλλιώς θα το δει δημοσιευμένο σε βιβλίο λίγο καιρό μετά ή κανένα κλεψιμαίικο άρθρο από έγκριτο λογοτεχνικό περιοδικό της αλλοδαπής.
Δεν τους πέφτει ιδιαίτερη ευθύνη, περισσότερη από εκείνου που προσπαθεί να φτάσει στη σύνταξη με μια προβληματική επιχείρηση, αλλά τελευταία η πίεση εξαφανίζει μαζί με τις προφάσεις και το ουδέτερο ή και αληθινό κάποτε περιεχόμενο.

Το τελικό μου συμπέρασμα είναι να μην διαβάζει κανείς λογοτεχνικά περιοδικά. Γιατί μέσα στη γενικότερη παρακμή, έχουν μετατραπεί σε ιμάντες μεταφοράς της γενικότερης διαφθοράς της κοινωνίας στη λογοτεχνία. Μη διαβάζοντας και επιταχύνοντας την τελική τους ακύρωση, βοηθάμε να εξαφανιστεί μια πηγή παθολογίας από τη λογοτεχνία μας.

Αν και δεν νομίζω ότι είναι μακριά η ώρα του πρώτου λογοτεχνικού περιοδικού που θα προσφέρεται δωρεάν. Δωρεάν γράφεται, να διαβάζεται και δωρεάν. Ποιός ο λόγος της παρέμβασης του βιοπορισμού κάποιου από την εκμετάλλευση του κόπου των άλλων; Όταν αντί για μια σε κάποια όρια ανιδιοτελή προσφορά στη Λογοτεχνία, από τη διακίνηση αυτή του δωρεάν, παράγονται αρρωστημένες εξουσίες που απαξιώνουν κάθε έννοια αξιολόγησης του λογοτεχνικού περιεχομένου, αντικαθιστώντας με κριτήρια εξωλογοτεχνικά την όποια αξία των γραφομένων; Ψύχραιμα και ήρεμα, έχοντας πετάξει λεφτά για χρόνια στην ύπαρξή τους, θεωρώ πως ήρθε η ώρα να μας απαλλάξουν από τις ευεργεσίες τους.

Μη διαβάζετε Λογοτεχνικά περιοδικά.
Είναι πεταμένα λεφτά,
και με αρνητικές συνέπειες
στην ίδια την παραγωγή και διάδοση της λογοτεχνίας.


Y.Γ. Δεν έχω τίποτα προσωπικό με τους ανθρώπους. Συμπαθείς είναι μέχρι οικτιρμού. Αλλά λογοτεχνία που γέρνει προς τη μπακαλική, εκεί που ο κόσμος θέλει έναν χώρο καθαρό για παρηγοριά, και με πενιχρά οικονομικά οφέλη, πάει πολύ. Καταντάει καθαρή διαχείρηση μιζέριας.

Ευτράπελα Ηπίας Δικτατορίας

Μου έφερε το ποίημα, πληβείου της ποιήσεως... και θυμήθηκα τη δικτατορία, που οι εγράμματοι γονείς, ανασκεύαζαν στο σπίτι τα λεγόμενα εθνικώς των διδασκάλων... Συνέταξα με επιχειρήματα που δεν μπορεί να ανασκευάσει μια δάσκάλα που κατεβάζει τη γραμμή του παιδαγωγικού ινστιτούτου, μιαν ανασκευή και μιαν απόδειξη ακαταλληλότητας για λόγους ποιητικής και πολιτικής ηθικής του συγκεκριμένου ποιητή και του συγκεκριμένου ποιήματος... Δεν μπορούν να μιλάνε για εργασία οι κρατικοδίαιτοι τεμπέληδες, για να φέρουμε ένα παράδειγμα... Αντ' αυτού χρησιμοποιήσαμε το αληθινό και οξύτερο ποίημα του Μπρεχτ για την σημασία του ανθρώπινου παράγοντα στον κόσμο... Η δασκάλα αμήχανη, τα παιδιά γελάκια... ωραία πλακίτσα, συνοδευμένη και από το τελικό συμπέρασμα: Ότι γράφουν τα βιβλία του σχολείου, δεν είναι οπωσδήποε το σωστό και αληθινό, όπως επίσης και το τι δηλώνει ο καθένας δεν είναι αυτομάτως αποδεκτό. Ότι επλήθυναν οι αριστεροί με τις δεξιές τσέπες... Πάντως σε μια τάξη δεν τους πέρασε...

Μουρμούρικο ( Ο Βαρυποινίτης )


Από την αρχή ο κόσμος δεν μου κάθονταν καλά
δεν μου έδινε τα λίγα κι ας μη ζήτησα πολλά
Το ριξα κι εγώ στη φύση τα λουλούδια τα πουλιά
κι απ' την πίκρα τον ανθρώπων έβρισκα μιαν αγκαλιά

Από χρέος προς τη φύση και για τίποτα κακό
από χρέος προς τη φύση μ΄έπιασαν για το χασίσι.

Κι έπειτα που λες ο κόσμος μ' έριξε μες στα στενά
να μην ξαναπάρω ανάσα να μη στέκω πουθενά
Γέμισε η ζωή μου σκόνη και κουστούμι ακριβό
στο απυρόβλητο εκείνοι και να την πληρώνω εγώ

Κι έτσι όπως είχα ξεμείνει και για τίποτα κακό
κι έτσι όπως είχα ξεμείνει μ' έπιασαν για κοκαϊνη.

Παραγγελία

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2009

Γαλάζιο στο Χνούδι


Δεν σε διαβάζω, σ' ακούω... βάζω το αυτί πάνω στα γράμματα... δεν μπορεί λέω έχουν μέσα δοξαριές από βιολί, αν προσηλωθείς θ' ακούσεις... εκείνη που ζητούσε να τη θάψουν σε μια μουσική... παίρνει κάτι λέξεις και τις εξαγριώνει... τις βουτάει σε εικόνες δηλητηριώδεις της πόλης... τόσο που να βγάλουν το άσπρο αίμα τους... Όμως θα σου βάλω γαλάζιο... γαλάζιο του βυθού ανατολικού πηλίου... να τσακίσει τις λέξεις σου από επιθυμία ουρανού... εσύ κορίτσι... μας μετράς όλους με μέτρο φράσεων υπό απειλή θανάτου... που δεν υπάρχουν ποιητές να τον σηκώσουν πια τον αέρα σου... που δεν βλέπουν σε σένα το επερχόμενο... και πρώτος εγώ... να φαντάζομαι παράθυρα δωματίων πένθους... από όπου έρχονται οι λέξεις σου... σαν κατηγορητήριο γιατί κουράστηκα σε άλλες ευτυχίες... με τόσο πόνο μικρών κοριτσιών γύρω μας... Θα ψελίζω πάντα αδέξια... που δεν θα αξιωθώ μια γραφή... να επιχειρεί καν να γίνει μια συνομιλία... Γι αυτό σου βάζω γαλάζιο... σου βάζω γαλάζιο... γαλάζιο με τόνο κορίτσι... Επειδή σε είδα πριν ακόμα κι από τα λόγια σου... να καις δάφνη στα κεφάλια των ποιητών... που πολύ αγάπησαν μιαν εικόνα σου... και σε αδίκησαν... επειδή δεν υποψιάστηκαν πως υπάρχεις...

Εδώ

Α. Μουρίκη, Ποίημα


Είμαι αδελφούλα κρυφή του ελέους
βλέπεις αυτούς τους πολυελαίους
είναι από τη χειροτονία μου

Έχω κι ένα αληθινό μου κόπρανο του '62
κι όλοι εσείς είστε φτωχοί που δεν έχετε
τέτοιο κόπρανο. Το πιπιλάω...

Και στείλτε δούγιες σε κανένα βαγενά
γιατί έγραψα μια ποιηματάρα να!

Το Τραγούδι της Μαρίας Νεφέλης


«Κρίμας το κορίτσι» λένε
το κεφάλι τους κουνάν
Τάχατες για μένα κλαίνε
δε μ' απορατάν!

Μες στα σύννεφα βολτάρω
σαν την όμορφη αστραπή
κι ό,τι δώσω κι ό,τι πάρω
γίνεται βροχή.

Βρε παιδιά προσέξετέ με
κόβω κι απ' τις δυο μεριές·
το πρωί που δε μιλιέμαι
βρίζω Παναγιές

και το βράδυ οπού κυλιέμαι
στα γρασίδια καθενού
λες και κονταροχτυπιέμαι
ντρούγκου-ντρούγκου-ντρου.

Τη χαρά δεν τη γνωρίζω
και τη λύπη την πατώ
Σαν τον άγγελο γυρίζω
πάνω απ' τον γκρεμό.


Ο. Ελύτης

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Γκρίζα Διαφήμισις


Με ταις πέντε συλλαβάς
να κι ο "Υαλοκαμβάς"

Της ποιήσεως βιβλίον
το εξώφυλλόν του λείον

κι έναν πίνακα μικρούλη
απ' το Στράτο το Φουντούλη

με ωραία μυστικά
άκρως σουρεαλιστικά

Το γραψε κάποιος Θανάσης
γιος κι αυτός κάποιας ανάσσης

μα χωρίς κανένα μείον
στις εκδόσεις Ενδυμίων

Ξέρετε που θα το βρώ;
Κάνει μόνο πέντε ευρώ.

Υ.Γ. Δεν έχεις παράπονο, την αξιοποιήσαμε την εικόνα...:)

Τραπ

Μόνον όσοι είναι για πούλημα και κανείς δεν τους αγοράζει έχουν προθέσεις χύμα από απελπισία και τις επιδεικνύουν... Ένας ωραίος τρόπος είναι να τους αφήνεις στις διαμάχες να σου αποδίδουν προθέσεις, από τις δικές τους, χωρίς να αντιδράς... Να τους αφήνεις έτσι πλανημένους να σου αποδίδουν προθέσεις και να μετράς την ανθρώπινη βλακεία που ξυπνάει η ακάλυπτη φιλοδοξία. Γιατί ενώ εκείνοι πιστεύουν ότι σε τακτοποίησαν στο αναμενόμενο του ορίζοντά τους, βρίσκονται γελασμένοι και επι πλέον έχοντας αποκαλύψει τους βαθύτερους πόθους τους. Μέχρι τη στιγμή που η πράξη σου θα δείξει ότι ζείτε σε διαφορετικούς κόσμους, μέχρι που θα καταλάβουν ότι ο κόσμος δεν είναι παζάρι όπου ο κάθε πικραμένος καταθέτει εναγωνίως και μετά χαρτοσήμου το ονειράκι του... ότι η ζωή είναι πιο σύνθετη από το να ακαλουθείς τη επιφάνεια του γούστου που σου χαράζουν οι δημοσιογράφοι και η επικαιρότητα... πως η ζωή μπορεί ακόμα να παράγει νόημα σε όσους πληρώνουν το κόστος, ένα νόημα που νέμεται την αντιδημοτικότητα του κοπαδιού... που στοχάζεται ήρεμα πάνω από το πάθος της καθημερινής λάσπης, και που λείπει από τη ζωή ακόμα και αυτών που πιστεύουν οτι διαφέρουν και είναι στο απυρόβλητο. Των φιλοτέχνων. Κυρίως αυτών.

Το Καμένο Όνειρο Πουλάει

"Θα κάνεις λόγια το γάλα της μάνας που δε σου δωσε"
έτσι είπε, και έκτοτε φεύγω και πίσω μυρίζει καμένο
από αποτυχία λόγων να το μερώσουν όνειρο. Πόσοι
αφημένοι ικανοί κι ωστόσω στα ερείπια των προθέσεων
για κάτι που θα άλλαζε μεμιάς τον άξονα του κόσμου
του δικού τους πρώτα γιατί δεν περισσεύει άλλος
στο μικρό κρατίδιο του καθρέφτη τους όπου γεννιέται
σαν έργο τέχνης πια και η αρρώστια τους. Το καμένο
όνειρο πουλάει βάζει σε κίνηση μιαν αφθονία μάταιου
σε κάνει ποιητή της τελικής αποτυχίας σου εξαρχής
το αναγκαίο σκουπίδι από τέχνης στη ζωή του δημιουργού
Τους θυμάμαι κι έχω ξοδέψει αρκετούς ως εδώ
να προσποιούνται εκλεκτούς του καπνού της φήμης
που πάνω τους εξευγένησα τις προσθέσεις μου
να παίρνω γραμμή από έναν πολικό αόρατο
γεμάτο από εν θανάτω ζωντανούς κι αγέννητους
Είναι πολλοί αυτοί που αφήνεις πίσω υλακώντας
μιαν αδυναμία πένθους για ότι δεν τους δόθηκε
τόσο που κάποτε ένα ποσοστό απ' ότι γράφεις
είναι πλην με λύπη κιόλας κι ευσπλαχνία
ένα είδος λευκοπλάστη για τα καμένα τους όνειρα.

Στιγμές Αέρα






Πέμπτη, 26 Νοεμβρίου 2009

Ο Υπερπραγματιστής


Κάνει μόνο κικιρίκου
με σκατά του Εμπειρίκου.
Και αυτό είν' όλο κι όλο.
Πού να βρει δικό του κώλο.

Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου 2009

Στράτος Φουντούλης, φύλλο 29

οφειλόμενες απαντήσεις μένουν συχνά στη λήθη, διευκρινίσεις που κουράζουν• που σπρώχνουν ονόματα πολλά στο σκοτάδι. διευκρινίσεις: ενοχλητικοί λεκέδες κηλιδώνουν μαραμένες ελπίδες στη μηχανή του χρόνου. ποια Ιστορία, δεν υπάρχει Ιστορία, η μια αντικαθίσταται από μιαν άλλη• όλες στην ευχέρεια των χειριστών του χρόνου, όλες εκτός της Σαρκαστικής που• διανύει απόσταση μικρή, αυτή που σε χωρίζει από ήδη απαλλαγμένες παρουσίες. απάντησε λοιπόν στις αποθηκευμένες κλήσεις του τηλεφωνητή, γέλιο μπορεί να τρύπωσε χτες βράδυ από μακρινό• φωτισμένο παράθυρο. κοντά σου άλλοι παραμένουν στο σκοτάδι• σιωπηλοί, μην το

ξεχνάς.


Ελεγεία

Εισοδηματίες του ανέφικτου, έστω. Χάνεται
εύκολα η γνώση πως ο λόγος δεν θα συμπέσει
με τον κόσμο του ποτέ. Πως ο άνθρωπος είναι
μια τυφλή μηχανή πένθους από εκ γενετής...
Ο διαβαστός πόνος προηγείται σχεδόν πάντοτε
του αληθινού, άδεια κελύφη λόγων τραγουδάνε
τα παιδιά ως την ώρα που θα τα εκπληρώσουν
με σάρκα και οστά φλέβες και δόντια, γιατί
κανένας δεν ξεφεύγει από τον πόνο που του αναλογεί
από τον έρωτα που του αναλογεί να σώσει.
Και θέλει άσπρο τοίχο για να μάθεις ν' αφήνεις
λόγια στα θεμέλια των σπλάχνων σου ώστε
να γίνουν κόρες της αμιλησιάς οι ώρες σου.
Εκεί που θα έπρεπε ακριβώς να σωπαίνουν
αγορεύουν οι εκβαρβαρισμένοι της γραφής
βουτηγμένοι κι όλας ως τη μέση σε οξύ φιλοδοξίας
και μηχανόλαδα. Ω λύπη μου, λύπη από
παιδικό μεσημέρι κι ομορφιά αμοίραστη
ο μισός όχι εκ του κόσμου και το ένιωθα
πως ήταν κιόλας νεύματα της μοίρας
αυτό το να πιάνεις το σπλάχνο του άλλου
αποκάτω και να το σέρνουνε τα λόγια σου
σε ωραίους κήπους με κλάμα του αμίλητου.
Πως οι λέξεις είναι κάτι ζώα λυτά και άγρια
με δυσκολίες κοριτσιού που θέλει και φοβάται
των κορμιών τον έρωτα πως δεν έχει έλεος
αυτή απόσταση ανάμεσα στο αμεταποίητο του βίου
και την αποποίηση που ζητάει να καλύψει
την αταξία του ορατού στην σύνταξη ενός αόρατου
που η επιφάνεια του είναι όλο λέξεις και διάβρωση
από έκθεση στην απονιά του ανθρώπου
που θέλει τιμωρία στον άλλον ότι δεν του δόθηκε.
Υπο την απειλή σιωπής παραδίδεται το ποίημα
υπό την απειλή αποχωρισμού ο έρωτας και η ζωή
υπό την διαρκή απειλή θανάτου μας δωρίστηκε ως εδώ.
Γι αυτό αποβλέποντας σ' εκείνον που δεν έχει
λόγια και ζητάει την ξενιτειά σου να μιλήσει ο πόνος του
διασπάθησε με αγάπη ότι σου δόθηκε πικρό
να του γυρίζεις θετικά το πρόσιμο στο μέρος του ανθρώπου.
Ότι αρχίζει σαν φιλοδοξία μένει ατέλειωτο
αν δεν τελειώσει όπως προσευχή σ' ένα θεό
που κάλλιστα μπορεί να μην υπάρχει
κι από την απουσία του να σώζει ακόμα ανθρώπους.
Προνόμιο δεν ήτανε ότι σου δόθηκε γι αυτό
ν' αφήνεις στη σιωπή των άλλων όταν δίνουν
στιγμούλες από σάρκα στα αέρινα των λέξεων
μικρά νευμάτων άλφα από του ευχαριστώ.

Τρίτη, 24 Νοεμβρίου 2009

Δεύτερη


Τι σου ζήτησα καλή μου
και μου τά 'σπασες
να περνάς απ' τη ζωή μου
όπως κι όταν θες

Τι σου ζήτησα καλή μου
κι έχεις δικαιώματα
Απ' την άσφαλτο σε πάω
κι όλο εσύ απ' τα χώματα.

Κάνε ότι σου γουστάρει
κι από μένα λεύτερη
βλέπω μόνη σου να τρέχεις
και να βγαίνεις δεύτερη.

Παραγγελία

Ο Βασιλεύς της Βουλής των Ελλήνων

Ποιός Παπανδρέου, Καραμανλής και Μητσοτάκης,
ο αληθινός βασιλεύς της Βουλής των Ελλήνων
είναι ο εφημεριδοπώλης της...

Μονοπωλιακά μια οικογένεια νέμεται
ακλόνητη τον τζίρο που δεν είναι ευκαταφρόνητος
και δεν κουνιέται με καμία κυβέρνηση που λένε...:)

Μπορώ να φανταστώ σαν εκδίκηση μια ιστορία
που να αρχίζει σε κάποιο χωριό της Πελοποννήσου
με κάποιο φτωχαδάκι...:)

Τι είναι όλοι αυτοί; Περαστικοί πελάτες
ενός μονπωλίου που τους βλέπει να περνάνε
και να φεύγουν από το θρόνο του περιπτέρου του...:)

Η εκδίκηση του κάθε πρωϊνού καφενόβιου
καθ' άπασαν την επικράτειαν της χώρας.


Έχω, έχωωωω!, Ρούλα Καραμήτρου


Πάμε το λοιπόν
Μισό πακέτο ουρανός
Μια εξάδα ποδήλατα
Μια οκά άσπρα πουκάμισα
Δυο σέσουλες κόκκινο χοντροκομμένο
Λίγο κίτρινο για μυρωδιά
Τρεις χούφτες γαρύφαλλα
Δέκα οριές αλύχτησμα
Και μια πρέζα μάνα, απ την καλή
Ολντού μπακαλάκο
Το βγάλαμε και σήμερα το μεροκάματο

Άντε κι αύριο προσφορά
Το τσουβάλι με τους λυγμούς
Μαμούνι έπιασε!

Υ.Γ. Με το ήθος του Παναγιώτη Πανά προς Βαλαωρίτη.
Η καλύτερη ως τώρα κριτική της διαδικτυακής ποίησης...:)

Θεοδόσης Βολκώφ, Επίγραμμα


Το παντελόνι κυνηγά συνέχεια το φουστάνι
και το μαντήλι πού ‘πεσε το αφήνω στο κενό.
Κυρίες, υπάρχουν Κύριοι. Κι εγώ σα νά ‘χω κάνει
πολλά. Κάπου βαρέθηκα το ρόλο το γνωστό.

Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2009

Αντώνης Αντωνάκος Αναμνήσεις από τη λίμνη Ζηρού

Φτάσαμε στης Φρειδερίκης τα χαλάσματα
εγώ στραβάδι που ξαπλώνει με σένα στα χόρτα
σοβάς η ψυχή μου ανταμώνοντας σφήκες, άσεμνη φάρα
που τρυπάν το δέρμα με γύρη.

Κάναμε της λίμνης το γύρω με αθλητικό στρωτό
οξύνοντας το πνεύμα ντοπάροντας τους μυς
ντερλικώνοντας πευκοβελόνες και τροπάρια της Κασσιανής
ναι!
Έβγαλα συμπέρασμα τα ψοφίμια πως
είναι μια ποσότητα ζωής
και είμαι βαθύς υπερφίαλος φαρσέρ ποιητής
δέσμιος κάθε μεσ’ το δάσος γυμνής.
Το’ πα στο φίλο μου που ακολουθούσε
σαν ανάσα χιονιού ιδρωμένος και μου είπε
για έναν μαλάκα που’ χει όμορφη γυναίκα
που την έχουν πάρει όλοι με τα μάτια
μου είπε πως, ο εν λόγω μαλάκας σώθηκε τελευταία στιγμή
από βέβαιο γκρεμό
γιατί πιάστηκε από κλαρί κάνωντας σβούρα Νουρέγιεφ.

Φίδια δε βρήκαμε στο λιμνίσιο σύμπαν
μόνο Βιετκόνγκ προσκόπους που ψαλλιδίζανε άρθρα του αρανίτση
κάνοντας λαχειοφόρο λέξεων.
Ένα γήπεδο ποδοσφαίρου βρέθηκε μπροστά μας
με τα μπέκ της ιδιωτικής πρωτοβουλίας
σαν τσουτσούνες κάτω απ’ την κοιλιά του θεού
που κάτι κοτσύφια έπαιρναν το λουτρό τους
και κάτι μάγκες αφόδευαν το τελευταίο πόνημα
της Ζυράνας Ζατέλη
μιας
και οι σκέψεις φτιάχνονται στο μπλέντερ του στομαχιού
και οι περιττές λεπτομέρειες είναι για το κοπάδι
χαριτωμένη ευαισθησία
μπουκώνοντας
αγάμητες τριαντάρες στις πλάζ
λιαστές γυαλιστερές
μέλλουσες νευρασθενικές
κρυφοκαυλιάρες που τα δίνουν όλα στο μάστερ.

Και με κόπο ανασύρω σκέψεις γριές
απ’ τα τηγάνια στις αλυκές και τα ξερνώ όλα μπροστά
σαν κινέζος στην ύφεση
με μπιχλιμπίδια
αγιορείτης
βουδιστής
ωσάν μοναχός παθιασμένος αδίστακτος στα δημόσια λουτρά
να ουρήσω θέλω να συλλάβω το νόημα της παραβολής.
Λέω στο φίλο
οι ιδέες κουράζουν δες αχνό
μ’ αυτός τη βρίσκει με βιβλία θρησκευτικά σανό θεολογικό.
Και λέω σε μένα καύλα είναι θα περάσει
ο κάμπος είναι μπροστά η Άρτα του Ζέρβα με τα ωραία μπετά
βυζαρού της εθνικής με τα λαμπρά κωλάδικα
παρηγορίτησες φοράδες με τα μπούτια ανοιχτά
που’ χουν στα μάγουλα του Τσαουσέσκου χάδι νωπό
και ασθενική προφορά για να ερεθίζουν τους παγουράδες
να καβαλικεύουν ντάτσουν κα μερσεντές
μωλωπισμένα καυλιά από σπιτίσιο σεξ.

Πέρσες αρβανίτες με το ήπαρ κουρελαρία
με τα σκοτωμένα γατιά στο φτερό και
το λαό μεταξωτό στις φαβέλες.
Εθνικόφρονα βαρύμαγκα δουλευταρά
την ιστορία να γράφει με SMS
βραδύγλωσσος
λαζός
καύχημα των δασκάλων του
και της πλέμπας της γηπεδικής με το φουρό από συνθήματα
των ορίτζιναλ που ριγούν αλοιφή φρέσκια μαστούρα
και μαμάδικο συναίσθημα σβουριχτό και
οι Ωραίες κυρίες είναι που ακονίζουν τα όπλα τους
στο λιμνίσιο νερό
δίπλα στους σπάγκους απ’ τους πιασμένους αετούς
στα κλαδιά
κι απ’ τα χείλη τους κρέμονται τα φεγγαρίσια σκυλιά
που γουστάρουν γαμήσι στεγνό στη Σκουφά
και στις όχθες του Λούρου ξύσιμο μέχρι θανάτου.
Το λέτσο χοροπηδηχτό αντινομάρχη ακολουθώντας
που του καρφώνει την κυρά ένας τσαγκάρης
λογοτέχνης
ψάλτης και φυσιολάτρης και
μολονότι σώβρακο με λουλουδάκια φορεί
οργανωτής είναι πασόκος αμείλιχτος και
τρυφερά κορίτσια τον αγαπούν μα δεν το ξέρει
δρόμος κατήφορος με τα μνημόσυνα γης μαδιάμ
στο σφριγηλό της κολώνας κορμί
και δήθεν φιγουρίνι
ποζάρεις στις φασκιές του στα σπάργανα, ποιητικός
τη δόξα παίρνοντας
του αιμοσταγούς ποιητή που συγγράφει στη λίγδα
παράπονα για γκόμενες ψηλομύτες και παγκήρια
σε παραπλεύρων χωριό.
Ω! το παγκάρι είναι η κλειτορίς του ναού
το’ χω γράψει ξανά και οι λέκσεις που λες είν’ κλεμμένες
και καθώς
φανέλα αλλάζουμε απ’ τον ιδρώτα συνωμοτικά
δε μιλάμε για τέχνη μα για βρακιά
κιλοτάκια σχισμένα που εγίναν θυσία
πριν
να σαλιώσει η γλώσσα την πληγή από κάτω
πριν, να βαρέσει τα κύτταρα ρεύμα
καθώς λεν
τα μυθεύματα καθώς
λεν τα χαρτιά.


Και άλλα εδώ

Κυριακή, 22 Νοεμβρίου 2009

Μνημείον Αγνώστου Στρατιώτου



Κατευνασμός


Κι αυτόν που δεν κατάλαβε που πήρε
για οιακισμό του βίου όχι τη γραφή
μα μια προσποίηση δημόσιας εικόνας της
που τον έφαγε ο χρόνος κι ο περίγυρος
χωρίς να στάξουν μέσα του τα οξέα της
για ν' απαλύνουνε των σπλάχνων του το γρέζι
να θεραπεύσει μια φιλοδοξία στην ευγένεια
κι αυτός του αξίζει ένας τόπος να σταθεί.

Να βρίσει επιτέλους τη μάνα και τη μοίρα του
επ' ονόματί μας, και ας μην το ξέρει...

Εουτζένιο Μοντάλε, Επίγραμμα


Ο Σμπάρμπαρο, παράξενο παιδί, πολύχρωμα διπλώνει
χαρτιά, φτιάχνει με αυτά βαρκούλες που απιθώνει
στο βούρκο του αυλακιού, ιδές τες πως κυλούν.
Νοιάσου γι αυτόν ευγενικέ περαστικέ διαβάτη: ας κάνει
το μπαστούνι σου να μην χαθούν
τα εύθραυστα καράβια. Ο δήγηστα σε πέτρινο λιμάνι.

Μετ.Π.Χ. Χατζηγάκη

Ο. Ελύτης, από το Ημερολόγιο Ενός Αθέατου Απριλίου


Μ. ΠΕΜΠΤΗ, 23 β

Σωστός θεός. Όμως κι αυτός έπινε το φαρμάκι του
γουλιά γουλιά καθώς του είχε ταχθεί
εωσότου ακούστηκε η μεγάλη έκρηξη.

Χάθηκαν τα βουνά. Και τότε αλήθεια φάνηκε
πίσω από το πελώριο πηγούνι ο κύλικας

Κι αργότερα οι νεκροί μες στους ατμούς, εκτάδην.

Υπέρ Πολίτου των Σ[οδόμων]


Εσύ ό ετάζων νεφρούς και καρδίας δώσε, δώσε
λίσσομαί σαι δώσε, στο γέροντα που έταξες,
άγνωσται αι βουλαί σου, το βίο να τελειώσει
ως πολίτης των Σοδόμων... Δώστου ένα αγόρι
ας είναι κι από τα δυτικά προάστεια των Αθηνών
στην ηλικία του γιού του με ωραία τατουάζ
και ωμό στους τρόπους, με μίαν χλοερή ουλή
στ΄απόκρυφα ή σαν πάλαι ποτέ φαντάρο
σε τσοντάδικο να πετάει τη γόπα του όπως
έκοβε στο χωράφι του το στάχυ, δώσε...
Τη γαλήνη δώσε της παραδοχής κι όχι
αυτή την καταγέλαστη κι στείρα περιπλάνηση
μετά σχολίων και πόζας στη μεσευρωπαϊκή λογοτεχνία.

Εγράφη υπό εμπλέου λύπης επικουρείου χριστιανού
αργά στης παρακμής το βάθος κρατιδίου ελληνικού
κατά τα έτη αρχομένης πτώσεως της τρίτης Ρώμης.

Υ.Γ. Κι όπως θα έγραφε κι ο Καβάφης:
Ο γέρων είναι πρόσωπο φανταστικόν,
αλλά τα γεγονότα θα μπορούσε να είναι πραγματικά,
με σεβασμό στην ιστορικήν απεικόνησιν.

Η συγκατοίκηση με το Λάιο


Θα με βρίσκει πάντα στο σώμα της γυναίκας του
καθώς βυθίζεται κι αγγίζει το βάθος του περάσματός μου.
Μετά, γελώντας, θα σκέφτομαι πόσες φορές τον σκότωσα,
γιατί με παίζει αυτό που ξέρω, από γυναίκα σε γυναίκα.
Θα τον αποκαλώ ο γέρος και συγκατοικώντας πάντα
στο σπίτι ή σε λογοτεχνικά περιοδικά με την αναγκαία
ευπρέπεια της απώθησης: το να μην μάθουν τα παιδιά.
Θα ματώνουν τα μάτια μου στο τέλος κάθε κύκλου
μα η επανάληψη έχει μια γλύκα από χνούδι γυναικείας
πλάτης μετά από έντονο οργασμό, αξίζει ο κόπος.
Και θα μετράω, πόσο σκοτώνω, πόσο με σκοτώνουν
εναλλάσοντας τους ρόλους στις ερχόμενες γενιές
ως την τελική Αντιγόνη και τυφλός, με την αηδόνα
από Κολωνού έως Κήτς να κελαηδάει την τρίλια της
για μιαν ελπίδα αθανασίας μέσα από το θάνατο.
Εκπλήρωση είναι να δίνεις το σώμα και τη νόηση
σε υποταγή στον κύκλο χρόνου που ζητάει ο μύθος
να γίνεις σπόρος που πεθαίνει στα μάτια των παιδιών
σε άδεια σκηνικά που επίμονα γυρεύουν νέα σώματα.

Στα παιδιά του Τεφλόν
This is the living. Living after dead...:)

Κυριακή προσευχή


Δώσε, κύριε στον καθένα το λεπτάκι του υποσχεμένου
παραδείσου της δημοσιότητας. Γιατί επλήθυναν οι
κλητοί τόσο που παντού μυρίζει όνειρο καμένο.

Απογαλακτισμένοι βίαια απ' τη ζωή τους στην εικόνα
χάνουν το σώμα τους στο κολύμπι στα λόγια των άλλων
κι αφρίζουν, κύριε, μόλυνση μνησικακίας σε κάθε λευκό.

Δώσε τους τόσο να περιληφθούν στην επιφάνεια της μέρας
όσο ζητήσαμε κάποτε τη λύση απ' την κατάρα της γραφής,
κι ας μην το καταλαβαίνουν, σε μιαν ανάσα της σιωπής.

Δώσε τους χώρο, κύριε, να αποθέσουν τα αυγά των λόγων τους
προς αυτό το τίποτα της ανάγνωσης των άλλων
να τους γεννήσει μια στιγμή ένα πρόσωπο ευκαιρίας
για να μπορέσουν επιτέλους να πεθάνουν στην ψευδαίσθηση
μιας ζωής που απεγνωσμένα έχανε το νόημά της.

Λόγια σ' αυτούς, κύριε, και σε μας σιωπή από εκείνη
που είναι αγκαλιά μητέρας του θανάτου
μια συμφιλίωση επιτέλους με το φως και χωρίς λόγια
από σταματημένες πια γενήτριες σ' ένα εργοστάσιο
γραφής που μας κατάντησε ποινή ζωής τον κόσμο.

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2009

Συνέντευξη στον Ενικό

Ήμουν στην άλλη φυσιογνωμία της πόλης, σε δρόμους ταξίδια που δεν είχαν ερμηνεία, σε πόρτες που η φλυαρία έδινε μόνιμα συνέντευξη στον ενικό. Γελούσε ο κουτσός καιρός από τη χαραμάδα. Με επέλεξες και ας μη το ξέρεις, είπε, τώρα θ’ αλείφεις τα δυο σου πόδια με το χρέος του δραπέτη, θα ‘χεις ένα παιδί αεικίνητο στο ένα, και μια στοργή αρχαίας ιστορίας στο άλλο. Τα χωρίζουν εκατόν ενενήντα επτά εκατομμύρια πεντακόσιες τριάντα εννέα χιλιάδες και διακόσια λεπτά περίπου. Ανάμεσα τους η διάρκεια με τις ερωτήσεις, η πραγματικότητα των εναλλασσόμενων φαναριών, οι αγκώνες που παραγκωνίζουν, τα μικροσκοπικά δάκτυλα που έλκουν. Τις μέρες, μου έδειχνε με προτεταμένη την πατερίτσα τις φλύαρες φωνές, τις νύχτες τέντωνε το σαθρό πόδι και τρόμαζε τα μεταμεσονύχτια τρένα. Έβγαιναν κραυγές. Ρουφούσε όλα τα επιρρήματα, κι ύστερα ξήλωνε από το λαιμό του τις χορδές, έπλεκε σύμβολα. Μην καταπίνετε τις αισθήσεις. Έλιωσαν τα ‘’ξέρω’’ μεγάλωσαν οι κακές λέξεις, πεινούσαν επιθυμίες. Το εύθραυστο καλό μεταμορφώθηκε σκόνη σε μαύρο ράσο. Μ’ ένα φουουουου τινάχθηκα χιλιάδες ροκανίδια, σαν να μην ήμουν ποτέ άνθρωπος, ούτε το ‘’α’’ της απόλαυσης δεν μπορώ να προφέρω. Μη φοβάσαι την αθόρυβη μου πτήση, έχω τώρα μια ελάχιστη τοσοδούλα σκιά διαμελισμένη κομφετί, δεν θα κοιμάμαι, δεν θα τρώω, δεν θα σου πιάνω την καλύτερη θέση θέασης στο σινεμά, δεν θα πλέκω τα πόδια μου ανάμεσα στα δικά σου όταν κοιμάσαι, δεν θα ξενυχτάς τ’ άπνοια τινάγματα μου, μόνο θα ξυπνάς με το άρωμα της καραμέλας του καφέ, που σου χάρισα. Είναι ολόδικος σου τώρα, κι είχα μια αδυναμία σε αυτή τη γεύση. Φουουουου πάει και το ‘’α’’ της απόλαυσης.


© Ελένη Νανοπούλου

Και άλλα από τη λεπταίσθητη κυρία στη συλλογή της Ολόγραμμα

Η Ψεύτρα Βοθκοπούλα


Να 'μαι παρουθιάζομαι θτα μάτια θας μικρούλα
εγώ είμ' ο περιβόητη η ψεύτρα η βοθκόπούλα.
Ήμουνα πάνω θτο βουνό κι εκεί όπωθ καθόμουνα
τα πρόβατά μου θτη βοθκή, εγώ όμωθ βαριόμουνα.
Πώθ θα περνούσε η ώρα μου εκείνη την ημέρα;
κουράθτηκα θυνέχεια να παίζω τη φλογέρα.
Ιδέα όμωθ κατέβηκε θτο άδειο μου κεφάλι
και να φωνάζω άρχιθα με μια φωνή μεγάλη.
"Βοήθεια παρακαλώ, αρχίθτε το τροχάδι
λύκοθ μου επιτίθεται να φάει το κοπάδι".
Τ' ακούθανε οι χωριανοί, θηκώσανε τα χέρια
πήραν αξίνες, ρόπαλα και ξύλα και μαδέρια.
Κουράθτηκαν ερχόμενοι και γίνανε κουρέλια
κι εγώ καθώθ τους έβλεπα έπεθα απ' τα γέλια.
Φτάθανε πάνω θτο βουνό τον λύκο να θκοτώσουν
και όλα μου τα πρόβατα απ' τον θάνατο να θώθουν.
Σαν είδαν τι θυνέβαινε τουθ κόπηκε η φούρια
κάθονταν και με κοίταζαν θτημένοι θαν αγγούρια.
Γέλαθα πάρα πολύ μ' εκείνο το αθτείο
γελούθανε και τα παιδιά θτο ζαχαροπλαθτείο.
Το έκανα και πάλι με την πρώτη ευκαιρία
το θχέδιό μου θτέφθηκε από επιτυχία.
Μα έναθ λύκοθ μια φορά ήρθε εκεί θτ' αλήθεια
και έτρεχα θα τον τρελή φωνάζονταθ βοήθεια.
Κανέναθ δεν με πίσθεψε, όλοι μ' έλεγαν βλάκα
νόμιζαν λέω ψέματα, νόμιζαν κάνω πλάκα.
Κι όπωθ καταλαβαίνετε, μέχρι να έρθει βράδυ
ο λύκοθ καταθπάραξε όλο μου το κοπάδι.
Μα τώρα άλλαξα μυαλό, καλύτερο και νέο
τα ψέματα είναι κακά και δεν τα ξαναλέω.
Κι εσείθ που με ακούτε 'δω, βάλτε το θτο μυαλό σαθ
ποτέ μη λέτε ψέματα, το λέω για καλό θαθ.
Αυτή λοιπόν που ακούθατε ήταν η εμπειρία
θκεφτείτε, ίσωθ είναι η καλύτερη ιθτορία.

Ευχαριστούμε το καραβάκι

Υ.Γ. Φίλε, πες στη γαλανομάτα φιλιά, και να γελάει γάργαρα...

Παρασκευή, 20 Νοεμβρίου 2009

Δυο χιλιάδες λέξεις


Πέμπτη, 19 Νοεμβρίου 2009

Πάρε να ' χεις

Ούτε θυμάμαι τι εκπομπή ήταν, κυριακή πρωί, τον είχανε πάει με τα οξυγόνα... άκουγες μιαν ανάσα μέσα, από καρκίνο του πνέυμονα στο τελικό στάδιο... Ήταν ερωτευμένος... πέθαινε κι ήταν ερωτευμένος... είχε ρίξει το ευχαριστώ του στη ζωή με χίλια περιστέρια... Κάποια στιγμή σκάει στο τηλέφωνο η μακαρίτισσα η Μοσχολιού... και κλαίει... έχει πάρει να πει φχαριστώ δημόσια κλαίει και σπανε τζάμια... όπότε τον ακούω να πάιρνει εκείνο το μάγκικο του ραιτ θρου και να της λέει: Δε θέλω τέτοια... και το έσυρε το άλφα σαν να ήταν ωμέγα δικαιωμένου βίου... Αστο έτσι, μισό μισό... ένα αποκεί ένα αποδώ... σαν καταγραμμένη συνδιάλεξη...

Η παιδαγωγική των αριθμών


Οι δημοσιογράφοι ήρθαν, είδαν έκαναν τα γνωστά
ανθρωποφαγικά κι έφυγαν αφήνοντας απαρηγόρητους
φιλόδοξους να πενθούν τις χαμένες επισκεψιμότητες...
Όταν ξανάρθουν θα τους ενδιαφέρει μόνο η διαφημιστική
πίττα και δεν θα έχουν καιρό για αποτίμηση της "ελευθέρας
εκφράσεως του κοινού".

Η ικανότητα στη γραφή είναι μια αντοχή στην απουσία
ακροατηρίου... η καλύτερη λογοτεχνία τα τελευταία χρόνια
έτσι έχει παραχθεί. Εκεί που οι άλλοι πενθούν εμείς
χαλαρώνουμε τα πλήκτρα μας... επιτέλους λίγη τοπική
ησυχία για να φτάνουν πιο καθαρά τα επερχόμενα...

Ζητήσαμε, ως κατάδικοι της γραφής,
την ελευθερία να γράφουμε χωρίς προληπτική
λογοκρισία, ειδικά από τα αριστερά έντυπα, δεν ζητήσαμε
να μας διαβάζετε. Δεν γράψαμε ποτέ για κανέναν από
εσάς ειδικά, αλλά γράψαμε γι όλους.

Υπάρχει ένα θολό πράγμα απέναντι όταν γράφεις
άλλοτε είναι ο Μανώλης Αναγνωστάκης άλλοτε η Σαπφώ
άλλοτε όττω τις έραται... Σ' αυτόν δίνεις λόγο. Οι ζωντανοί
έχουν μικρό ρόλο σε κάτι που ξεπερνάει τη ζωή σου.
Αν υπάρχουν ως αναγνώστες πιο πολύ από την τιμή
για σένα είναι τιμή για τους ίδιους, αν βρίσκουν
ψήγματα της αλήθεια τους στα γραφόμενά σου.

Εδώ λοιπόν, συνεχίζοντας, τώρα που το γραπτό
είναι μια στιγμούλα του ψηφιακού. Και η καλύτερη τύχη:
ξαφνικός θάνατος με χαμένους κωδικούς να αρμενίζει
το κείμενο στην αθανασία του σέρβερ του.

Και βέβαια δεν είμαστε μόνοι μας. Όσοι ήρθαν εδώ
για γραφή κι όχι για να δείξουν τα κάλη τους
στους έξω και να περιληφθούν,
τώρα φαίνονται που λέει κι ο Νίκος...

Στον Ηλία Λάγιο, που δεν άφησε χειρόγραφο για κανένα φιλόλογο.

ΟΜΗΡΟΥ ΙΛΙΑΔΑ , Ζ 146-149, απόδοση Γιάννης Κυριαζής


Θνητές γενιές, σκορπάτε σαν τα φύλλα-
βάζει στη θέση σας άλλα η φύση,
ώσπου κι αυτά μια μέρα θα σκορπίσει
φύσημα ανέμου σαν ανατριχίλα.


Ο Εφιάλτης του προς Νόμπελ

Η πρώτη είδηση που μας έφερε ήταν πως γκρεμίζεται ένας κόσμος, πως δεν υπερσπίστηκε ποτέ δημόσια το έργο του πρώην συζύγου της, και επιπλέον ότι θα μας στείλει φουσκωτούς να μας περιποιηθούν. Αυτή είναι η σκληρή αντίληψη περί δικαιοσύνης των δημοσιογράφων... χρόνια γκρίζας διαφήμισης, κοιλιές φουσκωμένες αλαζοννεία, αλλά και ξεφτιλίσματα σε περιοδικά για κακές μεταφράσεις... Η φέικ διανόηση μιας φέικ εποχής. Αυτό που είναι στηριγμένο στο άρπαξε να φας και κλέψε νά χεις, το ξέρουμε από το Μπρεχτ, εξαρτάται από το χρηματιστήριο, και σπάει με τις διακυμάνσεις του χρηματιστηρίου. Την πουλάγανε και το ήξερα, εκείνη όχι... Συνέχιζε την από καθέδρας αλαζονεία της κι εγώ γνώριζα πως θα ήταν αυτή που θα έγραφε το ρέκβιεμ μιας εποχής... Ήταν σαν ένα είδος προσωπικής ικανοποίησης που μοιραζόμουνα με φίλους. Τελικά την πούλησαν στα όρια της μετάβασης από τη σταθερή εργασία στη δουλειά με το κομμάτι. Η εποχή που ο ένας τραβάει τον άλλονε να μη διακριθεί της είχε παίξει άσχημο παιχνίδι. Είχε πάρει φόρα, τα εξωτερικά γεγονότα έτσι έδειχναν για να βάλει υποθήκες μιας κας Νομπελίστα, αλλά έγινε το παράπλευρο θύμα της γενικότερης ντόπας που συνείχε την κοινωνία της εποχής της... Και στην κοινωνία αυτή το αναγκαίο στο χώρο της είναι το να ξαναγράφει το κακογραμένο και να περνάει τη γραμμή του εντύπου... Άδοξα μα αναγκαία πράγματα... Κι αυτά χωρίς εγγυήσεις. Πιθανόν ακόμα να σκέφτεται πόσο κοντά ήταν σε κάθε αναγγελία της απονομής του Νόμπελ. Του Νόμπελ που έγινε του βίου της ο εφιάλτης.

Τελικό υστερόγραφο: Το ψωμί βγαίνει άδοξα και σκληρά και για 20 χρόνια πλήθυναν αυτοί οι διπλανοί μας που το έβγαζαν ένδοξα και αλαζονικά... Καλή αντάμωση στα γουναράδικα.

Εσύ το όριό μου γίνε, Χοσέ Άνχελ Βαλέντε


Το σώμα σου μπορεί
τη ζωή μου να γεμίσει,
όπως μπορεί το γέλιο σου
το τείχος να γκρεμίσει το μουντό της λύπης.

Μια σου και μόνο λέξη σπάει
την τυφλή τη μοναξιά σε κομμάτια χίλια.

Σαν το αστείρευτο στόμα σου στο δικό μου πλησιάζεις,
πίνω χωρίς σταματημό
τις ρίζες της ύπαρξής μου της ίδιας.

Εσύ όμως αγνοείς
πόσο η εγγύτητα του σώματός σου
ζωή μού δίνει
ή πόσο η απόστασή του
από εμένα τον ίδιο με τραβά
και ίσκιο με κάνει.

Εσύ υπάρχεις,
ανάλαφρη και φωτεινή,
ως δάδα καιόμενη
εν μέσω του κόσμου.

Ποτέ μη φύγεις:
Οι βαθιές κινήσεις της ύπαρξής σου
απαρτίζουν
τη μόνη νομοτέλεια για μένα.
Συγκράτησέ με.
Εσύ το όριό μου γίνε.
Κι εγώ,
η εικόνα του ευτυχισμένου εαυτού μου,
που εσύ μού ’χεις χαρίσει.



Μετάφραση: Έλενα Σταγκουράκη. Από το Αλωνάκι της Ποίησης

Έργο Τέχνης Υστερία μου

Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει
ο υστερικός λόγος έχει τα δικαιώματά του.

Γιατί η υστερία είναι το έργο τέχνης
που παράγουν μισό με το σώμα μισό με τη γραφή
αυτοί που δεν έχουν καμιά ελπίδα στο έργο τέχνης.

Οι συμπαθείς υστερικές έχουν κάτι από την αίγλη
της λογοτεχνίας επαρχιακών ηθών του περασμένου αιώνα
με την αναγκαία προσαρμογή επί τω κωμικότερον
μιας χώρας που είναι ανίκανη να παράξει
ακόμα και μια παθολογία της προκοπής.

Γι αυτό αι πάλι ποτέ σουσουδομποβαρίζουσαι κυρίαι
στα εγχειρίδια περί συνοδοιπόρων της αγωγής του πολίτου
μετά από τη φιλοξενία τους στο ελαφρό θέατρο
καταρρέουν τώρα σε μιαν απέλπιδα σιωπή κατάθλιψης.

Και το γέλιο που παράγουν πιά έχει μια γεύση
τελική από λύπη για την αμέριμνη δυστυχία τους.

Στον Κ. Μ.

Τετάρτη, 18 Νοεμβρίου 2009

Στρατής Παρέλης, Μωρές παρθένες...


Μωρές παρθένες, συνεσταλμένες, άγγιχτες
από χέρι ανδρός ή φαλλό δοξασμένο-
Και άλλες
κυρίες μεσόκοπες, ταλαιπωρημένες
από την εμμηνόπαυση, τις ορμόνες
που δεν ελέγχονται και τσιρίζουν, που κάνουν
το σώμα παιδωμή, το μυαλό
εργαστήρι της τρέλας.
Τις Κυριακές
πάνε μια βόλτα για καφέ, κουτσομπολεύουν
την γειτονιά νομίζοντας ότι δικάζουνε σωστά.
Και παρακολουθούν
ρηχές αηδίες από οθόνες των τηλεοράσεων- ενώ
κάποια στιγμή χτυπά το κινητό που πήρε
μια φίλη να τους πει ότι αλήθεια αξίζει ο Αύγουστος
σε κάποιο ελληνικό νησί.
Κρατούν ένα βιβλίο βαρετό
στην παραλία, κάτω απ’ την ομπρέλα- βάζουν
μεγάλου δείχτη αντηλιακά, φιλοσοφούν
επί ματαίω.
Τρέμουν
την κυτταρίτιδα,
ντρέπονται
που έγινε στο σώμα τους κακό σαράκι.
Οικογενειαρχούμενες και μη
δίχως τα εμφανή πολύπλοκα αίτια που οδηγούν
στην κατάθλιψη κάποιον- γυρίζουν
πάνω κάτω σε μια κάμαρα αυξάνοντας
κάτι φορές τα ντεσιμπέλ για να νομίσουν
ότι και κάποιος άλλος κατοικεί
την μοναξιά που κατοικούνε..

Πηγή: Το ιστολόγιο του Στρατή Παρέλη

Το Πάθος που Διώκεται


Ο βίος κάποτε είναι το περίττωμα του έργου.

Το έργο όμως που κατοικεί στις καρδιές μας αθωώνει.

Αλλιώς όλα γίνονται σκοτάδι μητρικής αγκαλιάς πνιγμού
που καμιά φωτιά δεν εξαγνίζει.

Υ.Γ. Ανάμεσα στους χτεσινούς συλληφθέντες
ήταν μάλλον και ο εγγονός του Μίκη Θεοδωράκη...